cordial
cor
ˈkɔr
κορ
dial
ʤəl
τζαλ
/kˈɔːdɪəl/

Ορισμός και σημασία του "cordial"στα αγγλικά

01

θερμός, φιλικός

pleasant and friendly
cordial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cordial
συγκριτικός βαθμός
more cordial
διαβαθμίσιμο
02

θερμός, φιλικός

having a warm and friendly nature
Παραδείγματα
Their cordial relationship blossomed over years of collaboration.
Η θερμή σχέση τους άνθισε με τα χρόνια της συνεργασίας.
03

εγκάρδιος

sincerely or intensely felt
01

λικέρ, πεπτικό

a strong sweetened alcoholic drink, sometimes with fruit flavor, usually taken after a meal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cordials

Λεξικό Δέντρο

cordiality
cordially
precordial
cordial
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store