Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cordial
01
θερμός, φιλικός
pleasant and friendly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cordial
συγκριτικός βαθμός
more cordial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their cordial relationship blossomed over years of collaboration.
Η θερμή σχέση τους άνθισε με τα χρόνια της συνεργασίας.
03
εγκάρδιος
sincerely or intensely felt
Cordial
01
λικέρ, πεπτικό
a strong sweetened alcoholic drink, sometimes with fruit flavor, usually taken after a meal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cordials
Λεξικό Δέντρο
cordiality
cordially
precordial
cordial



























