cordial
cor
ˈkɔ:
κο
dial
diəl
ντιαλ

Ορισμός και σημασία του "cordial"στα αγγλικά

01

θερμός, φιλικός

pleasant and friendly 
cordial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cordial
συγκριτικός βαθμός
more cordial
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, social, personality
02

θερμός, φιλικός

having a warm and friendly nature 
Παραδείγματα
Her cordial smile welcomed everyone at the party. 

Το θερμό χαμόγελό της υποδέχτηκε όλους στο πάρτι.

03

εγκάρδιος

sincerely or intensely felt 
01

λικέρ, πεπτικό

a strong sweetened alcoholic drink, sometimes with fruit flavor, usually taken after a meal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cordials

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cordiality
cordially
precordial
cordial
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store