coquette
co
κα
quette
ˈkɛt
κετ
/kəkˈɛt/

Ορισμός και σημασία του "coquette"στα αγγλικά

to coquette
01

κοκετάρω, φλερτάρω

to behave flirtatiously
to coquette definition and meaning
Dated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coquette
γ΄ ενικό πρόσωπο
coquettes
ενεστώτα μετοχή
coquetting
απλός αόριστος
coquetted
παθητική μετοχή
coquetted
Παραδείγματα
The young woman coquetted with her suitors, enjoying the chase more than the catch.
Η νεαρή γυναίκα κοκέτευε με τους μνηστήρες της, απολαμβάνοντας το κυνήγι περισσότερο από το πιάσιμο.
01

κοκέτα

a woman who enjoys flirting or teasing romantic interest, often without intending a serious commitment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coquettes
Παραδείγματα
Though she enjoyed the company of men and the attention they showered upon her, the coquette remained independent and uninterested in settling down.
Αν και απολάμβανε την παρέα των ανδρών και την προσοχή που της έδειχναν, η κοκέτα παρέμεινε ανεξάρτητη και δεν ενδιαφερόταν να σταματήσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store