coquetry
co
ˈkɒ
ko
quet
kɪt
kit
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "coquetry"στα αγγλικά

01

κοκκετάρισμα

playful behavior intended to arouse sexual interest 
coquetry definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
coquetries

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store