Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coquetry
01
κοκκετάρισμα
playful behavior intended to arouse sexual interest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
coquetries
LanGeek



























