Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cooperative
01
συνεργατικός, συνεργαζόμενος
marked by mutual assistance or shared effort toward a common goal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cooperative
συγκριτικός βαθμός
more cooperative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The rescue was a cooperative effort between local police and firefighters.
Η διάσωση ήταν μια συνεργατική προσπάθεια μεταξύ της τοπικής αστυνομίας και των πυροσβεστών.
02
συνεργάσιμος, συνεργατικός
characterized by a willingness and ability to work harmoniously with others
Παραδείγματα
She's always cooperative during group assignments.
Είναι πάντα συνεργάσιμη κατά τη διάρκεια των ομαδικών εργασιών.
03
συνεργατικός, συνεργατική
pertaining to an organization jointly owned and operated by its members
Παραδείγματα
They shop at a cooperative grocery store that supports local farms.
Ψωνίζουν σε ένα συνεταιριστικό παντοπωλείο που υποστηρίζει τις τοπικές φάρμες.
Cooperative
01
συνεταιρισμός, συνεταιριστικός οργανισμός
an organization or business that is jointly owned and run by its members
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cooperatives
Παραδείγματα
She joined the local agricultural cooperative to gain access to resources and support for her farm.
Προσχώρησε στη τοπική αγροτική συνεταιριστική για να αποκτήσει πρόσβαση σε πόρους και υποστήριξη για τη φάρμα της.
Λεξικό Δέντρο
cooperativeness
uncooperative
cooperative
operative
operate
oper



























