Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cook up
01
επινοώ, κατασκευάζω
to make up something that is not true, like a story or excuse
Transitive: to cook up a story or excuse
Παραδείγματα
He tried to cook up an excuse for being late to the meeting.
Προσπάθησε να κατασκευάσει μια δικαιολογία για την αργοπορία του στη συνάντηση.
02
ετοιμάζω γρήγορα, αυτοσχεδιάζω ένα γεύμα
to prepare food quickly, often in an informal or creative manner
Transitive: to cook up food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
cook
ενεστώτας
cook up
γ΄ ενικό πρόσωπο
cooks up
ενεστώτα μετοχή
cooking up
απλός αόριστος
cooked up
παθητική μετοχή
cooked up
Παραδείγματα
She cooked up a quick dinner after a long day at work.
Εκείνη μαγείρεψε ένα γρήγορο δείπνο μετά από μια μακρά μέρα στη δουλειά.



























