Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to convoke
01
συγκαλώ, συγκεντρώνω
to officially call people together for a meeting, assembly, or formal gathering
Transitive: to convoke sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
convoke
γ΄ ενικό πρόσωπο
convokes
ενεστώτα μετοχή
convoking
απλός αόριστος
convoked
παθητική μετοχή
convoked
Παραδείγματα
The organization convoked its annual general assembly last week.
Ο οργανισμός συνέκλησε τη γενική του συνέλευση την περασμένη εβδομάδα.



























