Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to convolve
01
τυλίγω, πλέκω
to combine or merge interacting functions, signals, or structures by wrapping, twisting, or overlying them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
convolve
γ΄ ενικό πρόσωπο
convolves
ενεστώτα μετοχή
convolving
απλός αόριστος
convolved
παθητική μετοχή
convolved
Παραδείγματα
Scientists are convolving the spectral data with Fourier transforms to analyze the signal frequencies.
Οι επιστήμονες συνελίσσουν τα φασματικά δεδομένα με μετασχηματισμούς Fourier για να αναλύσουν τις συχνότητες του σήματος.



























