Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to convolve
01
τυλίγω, πλέκω
to combine or merge interacting functions, signals, or structures by wrapping, twisting, or overlying them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
convolve
γ΄ ενικό πρόσωπο
convolves
ενεστώτα μετοχή
convolving
απλός αόριστος
convolved
παθητική μετοχή
convolved
Παραδείγματα
Engineers had to carefully convolve the wiring harness to fit it compactly within the tight engine compartment.
Οι μηχανικοί έπρεπε να τυλίξουν προσεκτικά το δέμα καλωδίων για να τοποθετηθεί συμπαγώς στον στενό θάλαμο κινητήρα.



























