convocation
con
ˌkɒn
kon
vo
ca
ˈkeɪ
kei
tion
ʃən
shēn
collocationconvolution

Ορισμός και σημασία του "convocation"στα αγγλικά

01

συγκαλούν

the act of convoking 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
convocations
02

σύγκληση, συνάθροιση

a gathering of individuals who have come together in response to an official call; often for a specific purpose 
Παραδείγματα
The university held a convocation to honor the graduating class. 

Το πανεπιστήμιο πραγματοποίησε μια σύναξη για να τιμήσει την αποφοιτούσα τάξη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store