Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to convince
01
πείθω, διαπείθω
to make someone do something using reasoning, arguments, etc.
Ditransitive: to convince sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
convince
γ΄ ενικό πρόσωπο
convinces
ενεστώτα μετοχή
convincing
απλός αόριστος
convinced
παθητική μετοχή
convinced
Παραδείγματα
I tried to convince my friend to join the hiking trip by highlighting the beautiful scenery and adventure it would offer.
Προσπάθησα να πείσω τον φίλο μου να συμμετάσχει στην πεζοπορία επισημαίνοντας τα όμορφα τοπία και την περιπέτεια που θα προσφέρει.
02
πείθω, διαπιστώνω
to make someone feel certain about the truth of something
Transitive: to convince sb of sth
Παραδείγματα
The politician attempted to convince voters of the benefits of her policy proposals.
Ο πολιτικός προσπάθησε να πειστεί τους ψηφοφόρους για τα οφέλη των προτάσεων πολιτικής της.
Λεξικό Δέντρο
convinced
convincible
convincing
convince



























