Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conviction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
convictions
Παραδείγματα
The defendant's conviction was based on solid evidence presented during the trial.
Η καταδίκη του κατηγορουμένου βασίστηκε σε στερεές αποδείξεις που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης.
02
πεποίθηση, σταθερή πίστη
a belief or opinion that is very strong
Παραδείγματα
Despite criticism, she held onto her conviction that renewable energy is the key to a sustainable future.
Παρά τις επικρίσεις, κράτησε την πεποίθησή της ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι το κλειδί για ένα βιώσιμο μέλλον.
Λεξικό Δέντρο
conviction
convict



























