Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conviction
Παραδείγματα
She was shocked by his conviction, as he had always maintained his innocence.
Έμεινε σοκαρισμένη από την καταδίκη του, καθώς είχε πάντα διατηρήσει την αθωότητά του.
02
πεποίθηση, σταθερή πίστη
a belief or opinion that is very strong
Παραδείγματα
His conviction in the power of education inspired many students to pursue higher goals.
Η πεποίθησή του στη δύναμη της εκπαίδευσης ενέπνευσε πολλούς μαθητές να επιδιώξουν υψηλότερους στόχους.
Λεξικό Δέντρο
conviction
convict



























