conversant
Pronunciation
/kənˈvɝsənt/

Ορισμός και σημασία του "conversant"στα αγγλικά

conversant
01

έμπειρος, γνώστης

knowledgeable or experienced with something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most conversant
συγκριτικός βαθμός
more conversant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lawyer was conversant with all aspects of the case.
Ο δικηγόρος ήταν εξοικειωμένος με όλες τις πτυχές της υπόθεσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store