Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to convene
01
συγκαλώ, συνεδριάζω
to meet or bring together a group of people for an official meeting
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
convene
γ΄ ενικό πρόσωπο
convenes
ενεστώτα μετοχή
convening
απλός αόριστος
convened
παθητική μετοχή
convened
Παραδείγματα
The board of directors will convene next week to discuss the company's strategy.
Το διοικητικό συμβούλιο θα συγκληθεί την επόμενη εβδομάδα για να συζητήσει τη στρατηγική της εταιρείας.
02
συγκαλώ, συγκεντρώνω
to bring people together for a meeting or gathering
Transitive: to convene a group of people
Παραδείγματα
The teacher convened the class to announce the upcoming field trip.
Ο δάσκαλος συνέκλησε την τάξη για να ανακοινώσει την επερχόμενη εκδρομή.
Λεξικό Δέντρο
convener
convenience
convenient
convene



























