convalescent
con
ˌkɒn
kon
va
lesc
ˈlɛs
les
ent
ənt
ēnt
coalescent

Ορισμός και σημασία του "convalescent"στα αγγλικά

01

ανάρρωση

a person who is recovering from illness 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
convalescents
convalescent
01

αναρρώνων, σε περίοδο ανάρρωσης

recovering from an illness or medical treatment 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The convalescent patient was advised to rest and avoid strenuous activities until fully recovered. 

Συμβουλεύτηκε ο αναρρώνων ασθενής να ξεκουραστεί και να αποφύγει strenuous activities μέχρι την πλήρη ανάρρωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store