Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Convalescence
01
ανάρρωση
a period of time spent for gradual recovery of health and strength after an illness, injury, or a medical operation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
convalescences
Παραδείγματα
His long convalescence after the accident required patience and perseverance, but he eventually regained full function of his injured leg.
Η μεγάλη ανάρρωσή του μετά το ατύχημα απαιτούσε υπομονή και επιμονή, αλλά τελικά ανακτήθηκε πλήρως η λειτουργία του τραυματισμένου ποδιού του.
Λεξικό Δέντρο
convalescence
convalesce



























