Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contumaciously
01
επίμονα, με επαναστατικό τρόπο
in a stubbornly disobedient or rebellious manner, especially toward authority or legal orders
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The defendant contumaciously refused to comply with the court's orders.
Ο κατηγορούμενος επίμονα αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις εντολές του δικαστηρίου.
Λεξικό Δέντρο
contumaciously
contumacious
contumacy



























