to controvert
Pronunciation
/ˈkɑntɚˌvɝt/

Ορισμός και σημασία του "controvert"στα αγγλικά

to controvert
01

ανασκευάζω, αμφισβητώ

to demonstrate that a claim, theory, or statement is untrue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
controvert
γ΄ ενικό πρόσωπο
controverts
ενεστώτα μετοχή
controverting
απλός αόριστος
controverted
παθητική μετοχή
controverted
Παραδείγματα
Photographic evidence controverted her version of events.
Η φωτογραφική απόδειξη αντικρούστηκε την εκδοχή των γεγονότων της.
02

αμφισβητώ, συζητώ

to engage in dispute over a point or proposal
Παραδείγματα
Industry experts controverted whether the new standard would improve safety.
Οι ειδικοί του κλάδου αμφισβήτησαν αν το νέο πρότυπο θα βελτίωνε την ασφάλεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store