Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Controversy
01
διαμάχη, αντιπαράθεση
a strong disagreement or argument over something that involves many people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
controversies
Παραδείγματα
The new policy sparked a controversy among community members.
Η νέα πολιτική προκάλεσε διαμάχη μεταξύ των μελών της κοινότητας.
Λεξικό Δέντρο
controversial
controversy



























