contributory
cont
ˈkənt
kēnt
ri
ri
bu
bjʊ
byoo
to
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "contributory"στα αγγλικά

contributory
01

συνεισφέρον, συμμετέχων

playing a part in causing something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
causation, analysis, factors
Παραδείγματα
The team's late start was a contributory factor to their loss in the game. 

Η αργή έναρξη της ομάδας ήταν ένας συντελεστικός παράγοντας για την ήττα τους στο παιχνίδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

contributory
contribute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store