Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contributory
01
συνεισφέρον, συμμετέχων
playing a part in causing something
Παραδείγματα
Poor nutrition was found to be a contributory element in the patient's health issues.
Η κακή διατροφή βρέθηκε να είναι ένα συντελεστικό στοιχείο στα προβλήματα υγείας του ασθενούς.
Λεξικό Δέντρο
contributory
contribute



























