Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Contredanse
01
κοντραντάντς
a sophisticated and spirited dance, originating from 18th-century France, known for its graceful movements, intricate patterns, and frequent partner changes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
contredanses
Παραδείγματα
The ballroom was alive with the sounds of violins as couples gracefully glided through the intricate steps of the contredanse.
Η αίθουσα χορού ήταν ζωντανή με τους ήχους των βιολιών καθώς τα ζευγάρια γλιστρούσαν με χάρη μέσα από τα περίπλοκα βήματα του κοντραντάνς.
to contredanse
01
εκτελώ κοντραντάνς
perform a contradance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
contredanse
γ΄ ενικό πρόσωπο
contredanses
ενεστώτα μετοχή
contredancing
απλός αόριστος
contredanced
παθητική μετοχή
contredanced



























