Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ail
01
σκόρδο, σκύλος σκόρδου
aromatic bulb used as seasoning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ails
to ail
01
υποφέρω, είμαι άρρωστος
be ill or unwell
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
ail
γ΄ ενικό πρόσωπο
ails
ενεστώτα μετοχή
ailing
απλός αόριστος
ailed
παθητική μετοχή
ailed
02
κάνω κάποιον άρρωστο, προκαλώ προβλήματα
to make someone physically sick or to cause mental trouble



























