ail
Pronunciation
/ˈeɪɫ/

Ορισμός και σημασία του "ail"στα αγγλικά

01

σκόρδο, σκύλος σκόρδου

aromatic bulb used as seasoning
ail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ails
to ail
01

υποφέρω, είμαι άρρωστος

be ill or unwell
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
ail
γ΄ ενικό πρόσωπο
ails
ενεστώτα μετοχή
ailing
απλός αόριστος
ailed
παθητική μετοχή
ailed
02

κάνω κάποιον άρρωστο, προκαλώ προβλήματα

to make someone physically sick or to cause mental trouble
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store