Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to aid
01
βοηθώ, υποστηρίζω
to help or support others in doing something
Transitive: to aid sb | to aid sb in sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
aid
γ΄ ενικό πρόσωπο
aids
ενεστώτα μετοχή
aiding
απλός αόριστος
aided
παθητική μετοχή
aided
Παραδείγματα
He aided his friend in preparing for the exam.
Βοήθησε τον φίλο του να προετοιμαστεί για τις εξετάσεις.
02
βοηθώ, υποστηρίζω
to help something grow or succeed by giving support or encouragement
Transitive: to aid promotion or growth of something
Παραδείγματα
His speech helped to aid the success of the fundraising event.
Η ομιλία του βοήθησε να βοηθήσει την επιτυχία της εκδήλωσης συγκέντρωσης κεφαλαίων.
Aid
01
βοήθεια, υποστήριξη
the act of contributing to fulfilling a need or advancing an effort or purpose
Παραδείγματα
Volunteers offered their aid during the relief operation.
Οι εθελοντές προσέφεραν τη βοήθειά τους κατά τη διάρκεια της επιχείρησης ανακούφισης.
02
βοήθεια, υποστήριξη
food or financial help sent to support a person or country
Παραδείγματα
International aid helped rebuild the war-torn region.
Η διεθνής βοήθεια βοήθησε στην ανοικοδόμηση της περιοχής που καταστράφηκε από τον πόλεμο.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aids
Παραδείγματα
He acted as an aid to the manager, helping with daily tasks and administrative duties.
Ενεργούσε ως βοήθεια για το διαχειριστή, βοηθώντας με τις καθημερινές εργασίες και τα διοικητικά καθήκοντα.
04
ιατρική βοήθεια, φροντίδα
the act of providing medical care or other forms of treatment
Παραδείγματα
He learned to administer aid during emergencies.
Έμαθε να χορηγεί πρώτες βοήθειες κατά τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
Λεξικό Δέντρο
aided
aid



























