Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
continuously
01
συνεχώς, χωρίς διακοπή
without any pause or interruption
Παραδείγματα
The traffic flowed continuously on the busy highway.
Η κυκλοφορία ρέει συνεχώς στον πολυσύχναστο αυτοκινητόδρομο.
02
συνεχώς, αδιάκοπα
in a manner that is repeated a lot
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The computer system runs continuously to ensure uninterrupted service for customers.
Το σύστημα υπολογιστών λειτουργεί συνεχώς για να εξασφαλίζει αδιάκοπη εξυπηρέτηση των πελατών.
Λεξικό Δέντρο
continuously
continuous
continue



























