continent
con
ˈkɑ:n
καν
ti
τι
nent
nənt
ναντ
/ˈkɒntɪnənt/

Ορισμός και σημασία του "continent"στα αγγλικά

01

ήπειρος

any of the large land masses of the earth surrounded by sea such as Europe, Africa or Asia
continent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
continents
Παραδείγματα
Greenland is the world 's largest island and is located in the continent of North America.
Η Γροιλανδία είναι το μεγαλύτερο νησί του κόσμου και βρίσκεται στην ήπειρο της Βόρειας Αμερικής.
02

ήπειρος, η ευρωπαϊκή ήπειρος

the European mainland
01

ηπειρωτικός, ελεγχόμενος

having control over urination and defecation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most continent
συγκριτικός βαθμός
more continent
διαβαθμίσιμο
02

συνετός, αγνός

abstaining from sexual intercourse
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store