contemplative
con
kən
kēn
temp
ˈtɛmp
temp
la
tive
tɪv
tiv

Ορισμός και σημασία του "contemplative"στα αγγλικά

contemplative
01

στοχαστικός, διαλογιστικός

characterized by deep or serious reflection; often involves pondering or meditating on something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most contemplative
συγκριτικός βαθμός
more contemplative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She had a contemplative look on her face as she gazed out at the ocean. 

Είχε μια στοχαστική έκφραση στο πρόσωπό της καθώς κοιτούσε τη θάλασσα.

01

στοχαστικός, πρόσωπο αφιερωμένο στη στοχαστική ζωή

a person devoted to the contemplative life 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
contemplatives
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store