Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contagious
01
μεταδοτικός
(of a disease) transmittable from one person to another through close contact
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most contagious
συγκριτικός βαθμός
more contagious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
COVID-19 is highly contagious, spreading easily among individuals in crowded places.
Το COVID-19 είναι ιδιαίτερα μεταδοτικό, εξαπλώνοντας εύκολα μεταξύ των ατόμων σε συνωστισμένους χώρους.
02
μεταδοτικός, μολυσματικός
(of feelings, behaviors, or effects) spreading easily or rapidly from one person to another
Παραδείγματα
Her laughter was contagious and soon everyone joined in.
Το γέλιο της ήταν μολυσματικό και σύντομα όλοι συμμετείχαν.
Λεξικό Δέντρο
contagiously
noncontagious
contagious



























