consensus
con
kən
kēn
sen
ˈsɛn
sen
sus
səs
sēs
descensuscensus

Ορισμός και σημασία του "consensus"στα αγγλικά

01

συναίνεση, συμφωνία

an agreement reached by all members of a group 
consensus definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
consensuses
Παραδείγματα
The team reached a consensus on the new project timeline after extensive discussions. 

Η ομάδα έφτασε σε συναίνεση για το νέο χρονοδιάγραμμα του έργου μετά από εκτενείς συζητήσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store