Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consensual
01
συνενοούμενος, με κοινή συναίνεση
agreed to by the people involved
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
agreement, interaction, law
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
consensually
consensual



























