Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to connote
01
υποδηλώνω, εννοώ
to implicitly convey something such as an idea, feeling, etc. in addition to something's basic meaning
Transitive: to connote a meaning or idea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
connote
γ΄ ενικό πρόσωπο
connotes
ενεστώτα μετοχή
connoting
απλός αόριστος
connoted
παθητική μετοχή
connoted
Παραδείγματα
The use of warm colors like red and orange in the painting connotes a sense of passion and intensity.
Η χρήση ζεστών χρωμάτων όπως το κόκκινο και το πορτοκαλί στη ζωγραφική συνεπάγεται μια αίσθηση πάθους και έντασης.
02
υποδηλώνω, συνεπάγομαι
to suggest or imply a particular consequence or condition
Transitive: to connote a consequence or condition
Παραδείγματα
The sudden drop in stock prices connotes economic instability in the market.
Η ξαφνική πτώση των τιμών των μετοχών υποδηλώνει οικονομική αστάθεια στην αγορά.
Λεξικό Δέντρο
connotation
connotative
connote



























