Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to conquer
01
κατακτώ, υποτάσσω
to gain control of a place or people using armed forces
Transitive: to conquer a place or people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conquer
γ΄ ενικό πρόσωπο
conquers
ενεστώτα μετοχή
conquering
απλός αόριστος
conquered
παθητική μετοχή
conquered
Παραδείγματα
The army worked strategically to conquer the enemy's territory.
Ο στρατός εργάστηκε στρατηγικά για να κατακτήσει την επικράτεια του εχθρού.
02
νικώ, ξεπερνώ
to overcome a challenge or obstacle
Transitive: to conquer a challenge or obstacle
Παραδείγματα
She conquered the challenges in her career through perseverance and hard work.
Κατέκτησε τις προκλήσεις στην καριέρα της μέσω της επιμονής και της σκληρής δουλειάς.
03
κατακτώ, υπερνικώ
to overcome or defeat something using mental strength, determination, or moral influence
Transitive: to conquer a thought or attitude
Παραδείγματα
Through constant practice and self-belief, she conquered her fear of public speaking.
Μέσα από συνεχή πρακτική και αυτοπεποίθηση, νίκησε τον φόβο της να μιλάει δημόσια.
04
κατακτώ, κυριαρχώ
to dominate a place by becoming very popular or successful
Transitive: to conquer a place or situation
Παραδείγματα
Her book conquered the bestseller list, topping charts for months.
Το βιβλίο της κατέκτησε τη λίστα των bestseller, βρίσκοντας στην κορυφή των καταλόγων για μήνες.
Λεξικό Δέντρο
conquerable
conquering
conqueror
conquer



























