conjugal
con
ˈkɒn
kon
ju
ʤʊ
joo
gal
gəl
gēl

Ορισμός και σημασία του "conjugal"στα αγγλικά

01

συζυγικός, γαμήλιος

pertaining to marriage or the bond and rights shared by spouses 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
marriage, law, relationships
Παραδείγματα
They enjoyed a weekend retreat to strengthen their conjugal bond. 

Απόλαυσαν μια αποχώρηση σαββατοκύριακου για να ενισχύσουν τον συζυγικό τους δεσμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

conjugally
conjugate
conjugal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store