conifer
co
ˈkɒ
ko
ni
ni
fer
confer

Ορισμός και σημασία του "conifer"στα αγγλικά

01

κωνοφόρο δέντρο, πευκόδεντρο

a type of tree or shrub that produces cones and has needle-like or scale-like leaves, belonging to the group of plants called gymnosperms 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conifers
Παραδείγματα
Pine is a common conifer found in many forests. 

Το κωνοφόρο είναι ένα κοινό κωνοφόρο που βρίσκεται σε πολλά δάση.

Λεξικό Δέντρο

coniferous
conifer
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store