Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conic
01
κωνική τομή, κωνική καμπύλη
(geometry) a curve generated by the intersection of a plane and a circular cone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
conics
conic
01
κωνικός, σε σχήμα κώνου
relating to or resembling a cone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geometry, mathematics, shapes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
conical
conic



























