conic
co
ˈkɑ
κα
nic
nɪk
νικ
/kənˈɪk/

Ορισμός και σημασία του "conic"στα αγγλικά

01

κωνική τομή, κωνική καμπύλη

(geometry) a curve generated by the intersection of a plane and a circular cone
conic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conics
01

κωνικός, σε σχήμα κώνου

relating to or resembling a cone
conic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store