Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
congruous
01
συμβατός, αντίστοιχος
corresponding in character or kind
Παραδείγματα
The restaurant ’s rustic interior was congruous with its farm-to-table dining concept.
Το ρουστίκ εσωτερικό του εστιατορίου ήταν συμβατό με την έννοια της διατροφής από το χωράφι στο τραπέζι.
Λεξικό Δέντρο
congruousness
incongruous
congruous
congru



























