congruence
cong
ˈkɒng
kong
ruence
ruəns
rooēns
confluence

Ορισμός και σημασία του "congruence"στα αγγλικά

01

συμφωνία, αρμονία

the state of being in agreement or harmony 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
congruences
Παραδείγματα
There was a clear congruence between her words and actions. 

Υπήρχε μια σαφής συμφωνία ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

congruence
congru
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store