confiscation
con
ˌkɒn
κον
fis
ˈfɪs
φισ
ca
keɪ
κει
tion
ʃən
σαν
confirmation

Ορισμός και σημασία του "confiscation"στα αγγλικά

01

κατάσχεση, παρακράτηση

the act of taking property away by legal authority, usually by the government 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
confiscations
Παραδείγματα
The police made a confiscation of the weapon. 

Η αστυνομία πραγματοποίησε κατάσχεση του όπλου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

confiscation
confiscate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store