Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confirmed
01
επιβεβαιωμένος, αμετάβλητος
of persons; not subject to change
02
επιβεβαιωμένος, εγκεκριμένος
having been made certain, firm, or approved by a formal ceremony
Παραδείγματα
The confirmed flight delay was due to bad weather conditions.
Η επιβεβαιωμένη καθυστέρηση της πτήσης οφειλόταν σε κακές καιρικές συνθήκες.
Λεξικό Δέντρο
unconfirmed
confirmed
confirm



























