confirmed
con
kən
καν
firmed
ˈfɜ:md
φερμντ
confined

Ορισμός και σημασία του "confirmed"στα αγγλικά

01

επιβεβαιωμένος, αμετάβλητος

of persons; not subject to change 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most confirmed
συγκριτικός βαθμός
more confirmed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, behavior, state
02

επιβεβαιωμένος, εγκεκριμένος

having been made certain, firm, or approved by a formal ceremony 
Παραδείγματα
She had a confirmed reservation at the restaurant for dinner. 

Είχε μια επιβεβαιωμένη κράτηση στο εστιατόριο για δείπνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unconfirmed
confirmed
confirm
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store