confirmed
con
kən
καν
firmed
ˈfɜrmd
φερρμντ
/kənfˈɜːmd/

Ορισμός και σημασία του "confirmed"στα αγγλικά

01

επιβεβαιωμένος, αμετάβλητος

of persons; not subject to change
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most confirmed
συγκριτικός βαθμός
more confirmed
διαβαθμίσιμο
02

επιβεβαιωμένος, εγκεκριμένος

having been made certain, firm, or approved by a formal ceremony
Παραδείγματα
The confirmed flight delay was due to bad weather conditions.
Η επιβεβαιωμένη καθυστέρηση της πτήσης οφειλόταν σε κακές καιρικές συνθήκες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store