confirmatory
con
kən
kēn
fir
ˈfɜ:
fē
ma
mə
mē
to
tə
tē
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "confirmatory"στα αγγλικά

confirmatory
01

επιβεβαιωτικός, βεβαιωτικός

providing evidence or support to validate or verify something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
evidence, validation, science
Παραδείγματα
The test results were confirmatory, proving the hypothesis correct. 

Τα αποτελέσματα της δοκιμής ήταν επιβεβαιωτικά, αποδεικνύοντας ότι η υπόθεση ήταν σωστή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

confirmatory
confirm
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store