Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to condone
01
επιδοκιμάζω, συγχωρώ
to accept or forgive something that is commonly believed to be wrong
Transitive: to condone an action or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
condone
γ΄ ενικό πρόσωπο
condones
ενεστώτα μετοχή
condoning
απλός αόριστος
condoned
παθητική μετοχή
condoned
Παραδείγματα
The company's failure to address employee misconduct might be seen as condoning unethical practices in the workplace.
Η αποτυχία της εταιρείας να αντιμετωπίσει την απρεπή συμπεριφορά των εργαζομένων μπορεί να θεωρηθεί ως επιείκεια σε ανήθικες πρακτικές στο χώρο εργασίας.



























