Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to condone
01
επιδοκιμάζω, συγχωρώ
to accept or forgive something that is commonly believed to be wrong
Transitive: to condone an action or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
condone
γ΄ ενικό πρόσωπο
condones
ενεστώτα μετοχή
condoning
απλός αόριστος
condoned
παθητική μετοχή
condoned
Παραδείγματα
Failing to confront or address discriminatory remarks within a community may unintentionally condone such behavior.
Η αποτυχία αντιμετώπισης ή αντιμετώπισης διακριτικών παρατηρήσεων σε μια κοινότητα μπορεί άθελά της να συγχωρήσει τέτοια συμπεριφορά.



























