to condone
con
kən
kēn
done
ˈdəʊn
dewn
condole

Ορισμός και σημασία του "condone"στα αγγλικά

to condone
01

επιδοκιμάζω, συγχωρώ

to accept or forgive something that is commonly believed to be wrong 
Transitive: to condone an action or behavior
to condone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
condone
γ΄ ενικό πρόσωπο
condones
ενεστώτα μετοχή
condoning
απλός αόριστος
condoned
παθητική μετοχή
condoned
Παραδείγματα
The company's failure to address employee misconduct might be seen as condoning unethical practices in the workplace. 

Η αποτυχία της εταιρείας να αντιμετωπίσει την απρεπή συμπεριφορά των εργαζομένων μπορεί να θεωρηθεί ως επιείκεια σε ανήθικες πρακτικές στο χώρο εργασίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store