condiment
con
ˈkɒn
kon
di
di
ment
mənt
mēnt
condolent

Ορισμός και σημασία του "condiment"στα αγγλικά

01

καρύκευμα, σάλτσα

a type of seasoning or sauce that is used to add flavor to food 
condiment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
condiments
Παραδείγματα
A squeeze of lemon juice can act as a refreshing condiment to brighten up seafood dishes. 

Μια στάλα χυμού λεμονιού μπορεί να λειτουργήσει ως ένα δροσιστικό καταλλήλιμμα για να φωτίσει τα πιάτα θαλασσινών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store