condiment
Pronunciation
/ˈkɑndəmənt/

Ορισμός και σημασία του "condiment"στα αγγλικά

01

καρύκευμα, σάλτσα

a type of seasoning or sauce that is used to add flavor to food
condiment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
condiments
Παραδείγματα
Vinegar is a common condiment used in salads.
Το ξίδι είναι ένα κοινό καρύκευμα που χρησιμοποιείται σε σαλάτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store