Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to condescend
01
περιφρονώ, μιλώ με υπεροψία
to talk down to someone or act superior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
condescend
γ΄ ενικό πρόσωπο
condescends
ενεστώτα μετοχή
condescending
απλός αόριστος
condescended
παθητική μετοχή
condescended
Παραδείγματα
It's frustrating when someone condescends instead of offering genuine assistance.
Είναι απογοητευτικό όταν κάποιος καταδεικνύει αντί να προσφέρει πραγματική βοήθεια.
02
καταδέχομαι, ευκαταφρόνητος
to act in a way that suggests something is beneath one's dignity or status
Παραδείγματα
He condescended to attend the event, even though he felt it was a small occasion.
Κατεβάστηκε να παραβρεθεί στην εκδήλωση, αν και αισθάνθηκε ότι ήταν μια μικρή περίσταση.
03
συμπεριφέρομαι με υπεροψία, δείχνω καταδεκτικότητα
behave in a patronizing and condescending manner
04
εξευτελίζομαι, ταπεινώνω τον εαυτό μου
debase oneself morally, act in an undignified, unworthy, or dishonorable way
Λεξικό Δέντρο
condescending
condescend



























