Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Concussion
01
διάσειση εγκεφάλου, κοντούρα εγκεφάλου
a momentary loss of consciousness provoked by a hard blow on the head
Παραδείγματα
The doctor ordered a brain scan to assess the severity of the concussion and rule out any potential complications.
Ο γιατρός διέταξε σάρωση του εγκεφάλου για να αξιολογήσει τη σοβαρότητα της εγκεφαλικής διάσεισης και να αποκλείσει τυχόν πιθανές επιπλοκές.
02
κτύπημα, πρόσκρουση
a strong, sudden hit or impact
Παραδείγματα
During the storm, the concussion of branches against the windows kept everyone awake.
Κατά τη διάρκεια της καταιγίδας, η κρούση των κλαδιών στα παράθυρα κράτησε όλους ξύπνιους.
Λεξικό Δέντρο
concussion
concuss



























