Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conclusively
01
καταφατικά
in a way that clearly shows or proves something without doubt or uncertainty
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The DNA test conclusively proved the suspect's innocence.
Η δοκιμή DNA απέδειξε καταφατικά την αθωότητα του υπόπτου.
Λεξικό Δέντρο
inconclusively
conclusively
conclusive
conclude



























