Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concerned
01
ανησυχημένος, ανήσυχος
feeling worried or troubled about a particular situation or issue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concerned
συγκριτικός βαθμός
more concerned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt concerned about her son's performance in school and decided to talk to his teacher.
Αισθανόταν ανήσυχη για την απόδοση του γιου της στο σχολείο και αποφάσισε να μιλήσει με τον δάσκαλό του.
02
ανησυχών, εμπλεκόμενος
having a direct involvement, interest, or responsibility in a situation or outcome
Παραδείγματα
The concerned parties met to resolve the dispute.
Τα ενδιαφερόμενα μέρη συναντήθηκαν για να επιλύσουν τη διαμάχη.
Λεξικό Δέντρο
concernedly
unconcerned
concerned
concern



























