Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concerned
01
ανησυχημένος, ανήσυχος
feeling worried or troubled about a particular situation or issue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concerned
συγκριτικός βαθμός
more concerned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He seemed concerned about the budget cuts and their effect on the company's future.
Φαινόταν ανησυχημένος για τις περικοπές στον προϋπολογισμό και την επίδρασή τους στο μέλλον της εταιρείας.
02
ανησυχών, εμπλεκόμενος
having a direct involvement, interest, or responsibility in a situation or outcome
Παραδείγματα
He spoke as someone directly concerned with the outcome.
Μίλησε ως κάποιος άμεσα ενδιαφερόμενος για το αποτέλεσμα.
Λεξικό Δέντρο
concernedly
unconcerned
concerned
concern



























