Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concealed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concealed
συγκριτικός βαθμός
more concealed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The concealed compartment in the desk held old family documents that were kept hidden from prying eyes.
Το κρυμμένο διαμέρισμα στο γραφείο περιείχε παλιά οικογενειακά έγγραφα που κρατούνταν κρυμμένα από αδιάκριτα βλέμματα.
02
κρυμμένος, καλυμμένος
hidden on any grounds for any motive
Λεξικό Δέντρο
unconcealed
concealed
conceal



























