concealed
Pronunciation
/kənˈsiɫd/

Ορισμός και σημασία του "concealed"στα αγγλικά

01

κρυμμένος, καλυμμένος

hidden or kept from view
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concealed
συγκριτικός βαθμός
more concealed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She noticed a concealed pocket in the jacket, perfect for storing small valuables discreetly.
Παρατήρησε μια κρυμμένη τσέπη στο σακάκι, ιδανική για την αποθήκευση μικρών πολύτιμων αντικειμένων διακριτικά.
02

κρυμμένος, καλυμμένος

hidden on any grounds for any motive

Λεξικό Δέντρο

unconcealed
concealed
conceal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store