concealed
con
kən
kēn
cealed
ˈsi:ld
sild
concernedcongealedconcertedconceited

Ορισμός και σημασία του "concealed"στα αγγλικά

01

κρυμμένος, καλυμμένος

hidden or kept from view 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concealed
συγκριτικός βαθμός
more concealed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The concealed compartment in the desk held old family documents that were kept hidden from prying eyes. 

Το κρυμμένο διαμέρισμα στο γραφείο περιείχε παλιά οικογενειακά έγγραφα που κρατούνταν κρυμμένα από αδιάκριτα βλέμματα.

02

κρυμμένος, καλυμμένος

hidden on any grounds for any motive 

Λεξικό Δέντρο

unconcealed
concealed
conceal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store