Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
computational
01
υπολογιστικός, πληροφοριακός
relating to or involving the use of computers or methods of computing for processing data or performing calculations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The computational finance team developed algorithms to optimize investment strategies.
Η ομάδα υπολογιστικών χρηματοοικονομικών ανέπτυξε αλγορίθμους για τη βελτιστοποίηση των στρατηγικών επένδυσης.
Λεξικό Δέντρο
computationally
computational
computation
compute



























