complicity
comp
ˈkəmp
kēmp
li
li
ci
si
ty
ti
ti
complexity

Ορισμός και σημασία του "complicity"στα αγγλικά

01

συνενοχή, συμμετοχή σε έγκλημα

the act of participating in a crime or wrongdoing along with another person or group 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
complicities
Παραδείγματα
His involvement in the scheme revealed his complicity in the fraud. 

Η εμπλοκή του στο σχέδιο αποκάλυψε τη συνενοχή του στην απάτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store