complacency
comp
ˈkəmp
kēmp
la
leɪ
lei
cen
sən
sēn
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "complacency"στα αγγλικά

01

αυταρέσκεια, ικανοποίηση

a feeling of self-satisfaction or contentment, often accompanied by a lack of awareness of potential dangers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
complacencies
Παραδείγματα
The team's early successes led to complacency, causing them to underestimate their competition in the final match. 

Οι πρώτες επιτυχίες της ομάδας οδήγησαν στην αυτάρεσκεια, κάνοντάς τους να υποτιμήσουν τον ανταγωνισμό στον τελικό αγώνα.

Λεξικό Δέντρο

complacency
complacence
complac
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store