Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Complacency
01
αυταρέσκεια, ικανοποίηση
a feeling of self-satisfaction or contentment, often accompanied by a lack of awareness of potential dangers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
complacencies
Παραδείγματα
Complacency set in after years of steady growth, and the business failed to innovate.
Η αυταρέσκεια εμφανίστηκε μετά από χρόνια σταθερής ανάπτυξης, και η επιχείρηση απέτυχε να καινοτομήσει.
Λεξικό Δέντρο
complacency
complacence
complac



























