complacency
Pronunciation
/kəmˈpɫeɪsənsi/

Ορισμός και σημασία του "complacency"στα αγγλικά

01

αυταρέσκεια, ικανοποίηση

a feeling of self-satisfaction or contentment, often accompanied by a lack of awareness of potential dangers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
complacencies
Παραδείγματα
Complacency set in after years of steady growth, and the business failed to innovate.
Η αυταρέσκεια εμφανίστηκε μετά από χρόνια σταθερής ανάπτυξης, και η επιχείρηση απέτυχε να καινοτομήσει.

Λεξικό Δέντρο

complacency
complacence
complac
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store