Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to compile
01
συγκεντρώνω, καταρτίζω
to gather information in order to produce a book, report, etc.
Transitive: to compile information
Παραδείγματα
The researcher compiled data from numerous studies to create a comprehensive report on climate change.
Ο ερευνητής συγκέντρωσε δεδομένα από πολλές μελέτες για να δημιουργήσει μια ολοκληρωμένη έκθεση για την κλιματική αλλαγή.
02
συγκεντρώνω, καταρτίζω
to create something, like a list or book, by gathering information from different places
Transitive: to compile a list or collection of items
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
compile
γ΄ ενικό πρόσωπο
compiles
ενεστώτα μετοχή
compiling
απλός αόριστος
compiled
παθητική μετοχή
compiled
Παραδείγματα
She compiled a list of the best restaurants in the city.
Συγκέντρωσε μια λίστα με τα καλύτερα εστιατόρια της πόλης.
Λεξικό Δέντρο
compiler
compiling
compile



























